Φεβ
23
2015
Συγχωρεμένα, καλή Σαρακοστή αδέρφια!!!!!

Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή για την Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημάνει το τέλος των Απόκρεων. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι γιατί οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά. Είναι μέρα νηστείας αλλά και μέρα αργίας για τους Χριστιανούς. Η νηστεία διαρκεί για 40 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο.

Και την εποχή που δεν υπήρχαν τα ημερολόγια, για να μη χάνουν τις ημέρες και τις εβδομάδες της νηστείας έφτιαχναν την κυρά Σαρακοστή. Επαιρναν κόλλα και χαρτί και σχεδίαζαν μια γυναίκα σαν καλόγρια. Με εφτά πόδια. Στο τέλςο της κάθε βδομάδας, έκοβαν και από ένα πόδι. Το τελευταίο το έκοβαν το Μεγάλο Σάββατο.

 

Η κυρά Σαρακοστή δεν είχε στόμα, γιατί είναι όλο νηστεία. Τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές. Έχει 7 πόδια, τις 7 βδομάδες της Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο κόβανε και από ένα πόδι

Η κυρά Σαρακοστή δεν είχε στόμα, γιατί είναι όλο νηστεία. Τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές. Έχει 7 πόδια, τις 7 βδομάδες της Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο κόβανε και από ένα πόδι.

Η Εμπονέστια ήταν ένα ποντιακό έθιμο, της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς.

Το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής μαζεύονταν οι οικογένειες σε παρέες γύρω από το τραπέζι, αλλά και έξω στην ύπαιθρο κι έτρωγαν όλα τα κρεατικά και γαλακτοκομικά που υπήρχαν στο σπίτι, γιατί την επόμενη μέρα «έμπαινε η νηστεία». Κατά τον Ισαάκ Λαυρεντίδη ετυμολογικά το “εμβαίνω εις την νηστείαν”, έγινε εμπονέστια.

Οσήμερον θα εμπονεστιάζουμε

Το φαγοπότι μέχρι σκασμού, συνοδευόταν κι από γλέντι, το οποίο κρατούσε μέχρι τα μεσάνυχτα.

Ξημερώματα της Καθαρής Δευτέρας σφράγιζαν το στόμα τους για την περίοδο της νηστείας, τρώγοντας ένα αυγό και λέγοντας: Με τ’ ωβόν εβούλωσά το, με τ’ ωβόν θ’ ανοίγ’ ατο. Δηλαδή με το αυγό το βούλωσα με το αυγό θα το ανοίξω, έλεγαν, εννοώντας το κόκκινο πασχαλινό αυγό.

Η νηστεία είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για τους Πόντιους. Όποιος δεν νήστευε χαρακτηριζόταν ως ασεβής προς την θρησκεία. Έτσι ακόμη κι αυτοί που δεν ήθελαν να νηστέψουν αναγκάζονταν να το κάνουν από ντροπή προς τους υπολοίπους.

Ότι περίσσευε από τα φαγητά τα έδιναν σε φτωχές τουρκάλες, οι οποίες γύριζαν από το πρωί στις ελληνικές συνοικίες, με σκοπό την συλλογή των υπολειμμάτων των τροφών.

Η χαρακτηριστική έκφραση που απηύθυναν οι τουρκάλες μόλις αντίκριζαν μια ελληνίδα νοικοκυρά: «Κόγκσου, αρτούχ ‘μαρτούχ γιόκμου;» Δηλαδή: Γειτόνισσα, περισσεύματα, ξεπερισσεύματα δεν έχει; Και οι ελληνίδες σχολίαζαν μεταξύ τους: Οσήμερον οι τουρξάδες α έχ’ νε μπαϊράμ. Δηλαδή: Σήμερα οι τουρκάλες θα έχουν μπαϊράμι, που είναι μεγάλη θρησκευτική γιορτή για τους μουσουλμάνους.

 

About the Author:

Comments are closed.